https://www.insider.gr/eidiseis/249431/pos-tha-einai-i-nea-boreia-eyboia-ta-erga-kai-oi-ependyseis-poy-hrimatodotoyntai

Η αναγέννηση της Βόρειας Εύβοιας, η οποία ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2021 βρίσκεται σε εξέλιξη με σημαντικά έργα και δράσεις να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και τις μελέτες να προχωρούν βάσει χρονοδιαγράμματος. Το στρατηγικό σχέδιο της ανασυγκρότησης της Βόρειας Εύβοιας (master plan) έχει πλέον ολοκληρωθεί και προβλέπει σειρά από μεγάλες και μικρότερες δράσεις, καινοτόμα έργα που εκτείνονται σε όλους τους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, με βασική προτεραιότητα την αναγέννηση των καμένων εκτάσεων, την ανάπτυξη των υποδομών και την ανάπτυξη έργων με βασικό γνώμονα τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Επόμενο ορόσημο είναι να ολοκληρωθούν όλες οι θεματικές μελέτες και μέχρι το Δεκέμβριο του 2022 να έχει εγκριθεί η Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση (Ο.Χ.Ε) ενώ ως ορόσημο για τις οι προσκλήσεις των έργων και δράσεων έχει τεθεί η 1η Μαρτίου του 2023.

Σε ποιες περιοχές αφορούν οι παρεμβάσεις – Ποιοι κλάδοι αναμένεται να αναζωογονηθούν

Ως περιοχή παρέμβασης ορίζεται η πυρόπληκτη περιοχή του βόρειου τμήματος της Εύβοιας 30.446 κάτοικοι), η οποία περιλαμβάνει τους δήμους Ιστιαίας-Αιδηψού και Μαντουδίου-Λίμνης Αγίας Άννας, συνολικής έκτασης 1.084,7 τετραγωνικών χιλιομέτρων η οποία αντιστοιχεί στο 30% της έκτασης της Εύβοιας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΓΕΜΗ (2021), στις συγκεκριμένες περιοχές λειτουργούν 1.824 επιχειρήσεις εκ των οποίων οι 45 υπέστησαν ζημιές που συνολικά υπερβαίνουν τα 1,8 εκ. ευρώ.

Η Βόρεια Εύβοια πριν από τις πυρκαγιές ήταν η πρώτη σε παραγωγή ρητίνης πανελλαδικά, παράγοντας το 85% της εγχώριας ρητίνης (5.500 τόνους περίπου ετησίως) και το 90% της ευβοϊκής παραγωγής, απασχολώντας 500 και πλέον άτομα της περιοχής. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο κλάδο της οικονομίας της Βόρειας Εύβοιας με μακραίωνη ιστορία και με 5 εκ. ευρώ περίπου ετήσιο τζίρο, ο οποίος δέχτηκε βαρύτατο πλήγμα από την καταστροφή του δάσους 2, με αντίκτυπο στην απώλεια παραγωγής ρητίνης τουλάχιστον για τα επόμενα 20 χρόνια τουλάχιστον. Σύμφωνα με τη μελέτη της αγροδιατροφής, η πληγείσα περιοχή αποτελούσε την 3η μεγαλύτερη μελισσοπαραγωγική περιοχή της Ελλάδας με 400-900 τόνους ετησίως, κυρίως πευκόμελου (60-70%). Η πυρκαγιά έπληξε 300 τουλάχιστον μελισσοκομικές εκμεταλλεύσεις και στέρησε από την μελισσοκομία της περιοχής (του νησιού αλλά και όλης της Περιφέρειας) τη σπουδαιότερη πηγή μελιού, τα πεύκα, αφού το 90% της καμένης δασικής έκτασης ήταν χαλέπιος πεύκη, η οποία θα έχει αρνητικό πρόσημο στην παραγωγή μελιού σε βάθος χρόνου, όχι μόνο σε τοπικό, αλλά και σε εθνικό επίπεδο (εκτίμηση για μείωση της ετήσιας παραγωγής 30%).Παράλληλα και σύμφωνα με τη Μελέτη της Αγροδιατροφής, το 40% των ελαιώνων του Δήμου Ιστιαίας-Αιδηψού και το 60% του Δήμου Μαντουδίου -Λίμνης-Αγίας Άννας υπέστησαν μεγάλες καταστροφές και μάλιστα ένα μέρος κάηκε ολοσχερώς (5% και 40% αντίστοιχα στους 2 δήμους)

Η φωτιά έκαψε 520.000 στρέμματα, εκ των οποίων σχεδόν 382.000 στρέμματα ήταν δασικές εκτάσεις, αντιστοιχώντας περίπου στο 74% της συνολικής πυρόπληκτης έκτασης.

Η χρηματοδότηση και οι επενδύσεις

Προς το παρόν, η συνολική δημοσιονομική επιβάρυνση για τα μέτρα στήριξης και αποκατάστασης στη Βόρεια Εύβοια, λαμβάνοντας υπόψη τις διαθέσεις και χορηγήσεις πόρων, τις εντάξεις πιστώσεων και τις εγκρίσεις χρηματοδότησης, ξεπερνά τα 300 εκατ. ευρώ και σύμφωνα με το master plan αναμένεται να αυξηθεί όσο συνεχίζεται η πορεία υλοποίησης των μέτρων.

Η στήριξή των επενδύσεων στο επόμενο διάστημα θα προέλθει ή από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα (Αναπτυξιακός Νόμος, ΕΣΠΑ, ΠΕΠ Στερεάς Ελλάδας, CCLD/LEADER, RRF κ.ά.) ή/και από ίδιους πόρους, ή από τραπεζικό δανεισμό ή εγγυοδοσία.

Στο επίκεντρο του προγράμματος τίθεται η προσέλκυση εμβληματικών και άλλων επενδύσεων, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά προς αυτή την κατεύθυνση, με αιχμή του δόρατος την Λουτρόπολη της Αιδηψού και σημείο αναφοράς το Υδροθεραπευτήριο. Μέσω των προγραμμάτων επιδιώκεται και η στήριξη των υφιστάμενων Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, καθώς και η ίδρυση νέων, με στόχο την παράλληλη αναζωογόνηση του εργατικού δυναμικού.

Για τον πρωτογενή τομέα, ο σχεδιασμός προβλέπει επενδύσεις ιδιωτικού χαρακτήρα που θα συμβάλλουν στον εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση αγροτικών, κτηνοτροφικών, μελισσοκομικών και λοιπών εκμεταλλεύσεων, οι οποίες εκ των πραγμάτων βελτιώνουν την ποιότητα και την ανταγωνιστική θέση των προϊόντων και διευκολύνουν την ζωή των τοπικών παραγωγών (π.χ. σφαγείο).

Όσον αφορά στην αλυσίδα εφοδιασμού οι επενδύσεις που κρίνονται αναγκαίες αφορούν κατά κύριο λόγο πιστοποίηση τοπικών προϊόντων σε όρους τοπικού συμφώνου ποιότητας, την δημιουργία δικτύωσης (cluster) στους κλάδους παραγωγής και εμπορίας, την λειτουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας προβολής, προώθησης και διάθεσης προϊόντων και δράσεις εξωστρέφειας και συνεργασίας (δράσεις Β2Β) με παραγωγούς, εμπόρους και επιχειρήσεις.

Μάλιστα, προς αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλλουν και παράλληλες επενδύσεις που αφορούν στην αναβάθμιση υφιστάμενων ξενοδοχειακών μονάδων και μικρών καταλυμάτων καθώς και η βελτίωση επιχειρήσεων εστίασης και αναψυχής με απώτερο στόχο και την διατήρηση και δημιουργία νέων και βιώσιμων θέσεων απασχόλησης.

Στον τομέα της Οικονομίας του Δάσους προτάσσεται το εγχείρημα μετάβασης σε μια καινοτόμο αειφορική οικονομία που αφορά την αξιοποίηση του δάσους και στην ανάγκη για βιώσιμη παραγωγή και κατανάλωση των πόρων του, δεδομένης της αυξημένης ζήτησης για ποιοτικά τοπικά προϊόντα της ελαφριάς βιομηχανίας-βιοτεχνίας ξύλου αλλά και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Έτσι, επιτυγχάνεται η αξιοποίηση δασικών υπολειμμάτων και δασικής βιομάζας για την παραγωγή ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, και η διερεύνηση της δυνατότητας προσέλκυσης επενδύσεων, και πρωτοβουλιών (Κοιν.Σ.Επ.-Ενεργειακή Κοινό – τητα), που θα συμβάλλουν μεταξύ άλλων: στην αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος μέσα από τον παράλληλο καθαρισμό του δάσους, στην ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, στην ορθολογική αξιοποίηση των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και την αειφορική και πολυλειτουργική τους διαχείριση, προσδίδοντας προστιθέμενη αξία και στήριξη σε τοπικές κοινότητες και κοινωνικές ομάδες, εξασφαλίζοντας εισόδημα στους ανθρώπους του δάσους και επιτυγχάνοντας περαιτέρω πολλαπλασιαστικά οφέλη στην αλυσίδα αξίας του Δάσους και στο σύνολο της οικονομίας της Βόρειας Εύβοιας.

Εκτός από τα έργα υποδομής και ενίσχυσης της παραγωγής και της επιχειρηματικότητας προβλέπεται αναβάθμιση των υπηρεσιών σε τομείς όπως είναι η Υγεία, Πρόνοια και η περαιτέρω στήριξη των ΑμεΑ και των ευάλωτων ομάδων. Αντιπροσωπευτικές των επιμέρους έργων είναι οι αυτοτελείς δράσεις που προτείνει το D-HUB (θερμοκοιτίδα του σωματείου «ΔΙΑΖΩΜΑ»), όπως είναι: το πρόγραμμα «POLITIS» (αφορούν στην ψηφιακή αναβάθμιση εφαρμογών που θα αφορούν στην υλοποίηση του προγράμματος αλλά και σε σημαντικά έργα όπως είναι η αναβάθμιση των Κ.Ε.Π. σε ολιστικά υποκαταστήματα του κράτους, τα ΚΕ.ΧΩ.Π. και στο Διαδημοτικό Αναπτυξιακό Οργανισμό), το Ψηφιακό Παρατηρητήριο Βιώσιμης Τουριστικής Ανάπτυξης DataHub (εξειδικευμένη πλατφόρμα παρακολούθησης, καταχώρησης και επεξεργασίας των δεδομένων της τουριστικής αγοράς και των δεικτών βιώσιμης ανάπτυξης), το πρόγραμμα «APOLIPSIS» (πλατφόρμα για την καταγραφή της διαδικασίας απόληψης της καμένης ξυλείας), δράσεις επιδότησης της ευρυζωνικότητας, δημιουργία clusters, επιδότηση αγοράς/αλλαγής ηλιακών θερμοσιφώνων, πρόγραμμα «ΠΡΟΣΟΨΗ» (θα αφορά στον περιβάλλοντα χώρο των κτιρίων στα αστικά κέντρα της περιοχής), το πρόγραμμα ΦΡΟΝΤΙΔΑ για την ενίσχυση των ρητινοκαλλιεργητών, η λειτουργία ενεργειακής κοινότητας κλπ.

Σημειώνεται ότι ο επικεφαλής της Επιτροπής Ανασυγκρότησης Βόρειας Εύβοιας, Σταύρος Μπένος, σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης που παραχώρησε στο Insider.gr, αναφέρθηκε το όραμά του για μια ολότελα αναγεννημένη περιοχή σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, αναπτυξιακό, πολιτιστικό και κοινωνικό με όρους βιώσιμης ανάπτυξης και ανθρωποκεντρικά κριτήρια τα οποία θα συντελέσουν στην γοργή επαναφορά στην κανονικότητα της ζωής στις πληγείσες περιοχές. Μέχρι το 2023, 100 διαφορετικά έργα θα έχουν αρχίσει να «τρέχουν» με ευρωπαϊκούς πόρους αλλά και χορηγίες και την ενεργή συμμετοχή των ιδιωτών. Μάλιστα, όπως επεσήμανε ο κ. Μπένος, τα έργα και οι δράσεις προχωρούν βάσει χρονοδιαγράμματος και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις έχουν καταγραφεί επιδόσεις-ρεκόρ ενώ παρά αρνητικές γεωπολιτικές εξελίξεις και τις αλυσιδωτές συνέπειες που επιφέρουν στην οικονομία, δεν αναμένεται κάποια καθυστέρηση ή δυστοκία στην αξιοποίηση των πόρων για την υλοποίηση των έργων.